Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έμμετρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έμμετρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

How the Grinch stole V-day

Every n00b down in n00bville liked V-day a lot

But the Grinch who was leet, he most surely DID NOT!

The Grinch hated V-day, and the cards and the hearts

and he hated the n00bz, and their shoes and their hats


So he made a reactor, which was no easy task

and he smuggled plutonium, laying low but still fast

and soon it was ready, he felt grand as a duke

he made a pink, radioactive, Saint V-day's nuke.


He wrapped it with ribbons and adorned it with mints

and with choco and candy and all sorts of red tints

And he went down the n00bsquare, in the parliament house

and he left the nuke there, in a great wooden mouse


"It's a gift" he told the guards, "have no care and no fear"

"I know you can't put it inside, so I'll just leave it here

Please just keep an eye on it, let no thieves have their way

it will spoil the surprise and will ruin our day"


"Okey dokey" said the n00bguards "you seem pretty Okay"

"besides it's the V-day, it's a time to be gay

and to waste your good money on all sorts of pink crap

like this big wooden mouse, that's no doubt modern art"


And so the Grinch left the n00bville, for once and for all

and he did move to Cuba, and bought a big fishing pole

And got wasted with rum, and with whiskey and beer

And he loved everybody, straight, bi and queer


And at the midnight of V-day, the pink nuke went kaboom

no more n00bz in the world, now there's plenty of room

Yet sadly this story never happened for real

the n00bz are a-plenty, and a-growing are still


But one day, I wish, a leet Grinch will appear

and will blast all the n00bz to places surreal

and do know that if people keep up pushing me

then I'll finally snap, and that Grinch will be me

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Τζέμινι

Ποτέ δεν κατάλαβα πως φτάσαμε ως εδώ.

Θυμάμαι μόνο την αρχή, όταν πέσαμε μαζί στην γή,
ναυαγοί της θάλλασας των κόσμων, δάκρυα ενός ξεπεσμένου αστεριού

Και μετά ακούστηκε εκείνος ο πυροβολισμός.
Και έπειτα ο ουρανός μάτωσε.
Και ποτέ δεν ήμουν σίγουρος για το ποιος κρατούσε το όπλο.

Θυμάμαι παλιά, παίζαμε τους καουμπόηδες
και κάναμε τα χέρια μας όπλα και τις λέξεις μας σφαίρες,
μπαμ, σε πέτυχα
και πάντα ήθελες να κερδίζεις,
μόνο εσύ
και εμείς κάναμε οτι πεθαίναμε,
κάθε φορά

Ήταν και αυτό ένα σχολείο.
Να μην φοβάσαι το θάνατο,
να μάθεις να πεθαίνεις για να μην ξεχάσεις να ζεις

Εσύ όμως, ποτέ δεν έμαθες να πεθαίνεις
και τώρα που η θεωρία γίνεται πράξη, φοβάσαι
φοβάσαι οτι θα πεθάνεις με τον λάθος τρόπο

Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ ποιός κρατούσε το όπλο

Μου λείπουν τα παλιά, όταν χανόμασταν στα σοκάκια της Βαβυλώνας
μικρά παιδιά με βρώμικες παλάμες και γυμνές πατούσες

όταν ο έρωτας ήταν ακόμη παιχνίδι,
όταν μπορούσα ακόμα να αγαπήσω,
όταν μπορούσα να θυμηθώ.

Τότε βέβαια δεν είχε καμμία σημασία.
Ισώς δεν έχει ούτε τώρα.

Τώρα;

Τώρα βρισκόμαστε και οι δύο μας γυμνοί,
σταυρωμένοι στα μεσάνυχτα του κόσμου
η ώρα για λόγια έχει περάσει

τίποτα δεν μένει να μου πεις,
τίποτα δεν μένει να ακούσεις,
τίποτα δεν μένει εδώ για εμάς

Σε αυτή τη ξεχασμένη απο θεούς και κτήνη γωνιά
Σε αυτό το φόνο που κανείς από τους δυο μας δεν θυμάται ποιος είναι ο θήτης και ποιο το θύμα
Μόνο μια λέξη, απόκρυφη μέσα στην καθημερινότητα της, μπορεί να κρατήσει ακόμα το νόημα της

Αποχαιρετισμός,
ευχή,
επίλογος.

Όταν η ίδια μας η ποίηση μας έχει προδώσει με έννοιες πλαστικές και ξένες
όταν περιμένουμε απλά να πέσει η κουρτίνα σε αυτό το θέατρο του παραλόγου
όσο και να ψάξω δεν μπορώ να βρώ λέξη

πιο καθαρή,
πιο ειλικρινής,
πιο τίμια.

Καληνύχτα.

Μικρές Παρενθέσεις

Στην αρχή υπήρχε σκοτάδι
και από σκοτάδι γεννήθηκε σκοτάδι
και πρίν και μετά, και για πάντα τώρα.

Άχρωμο, άχρονο και αρχαίο,
κρυμμένο σε έναν ύπνο δίχως έγνοιες, έννοιες ή ονόματα
μεσουρανούσε μακάριο σε μια γαλήνια ανυπαρξία

Και έπειτα ήρθε ο άνθρωπος,
και είδε το σκοτάδι, και το φοβήθηκε
και δικό του θέλησε να το κάνει, δένοντας το με όνομα

Μα πώς να μετρήσει κανείς κάτι μεγαλύτερο απ'το μέτρο
πώς να ξεπεράσει κανείς αυτό που αγγίζει κάθε ζωή και κάθε αστέρι
πώς να παραβγεί κανείς με τον ίδιο τον κόσμο;

Όμως ο άνθρωπος δεν αγαπά τα μεγαλύτερα απ'τον ίδιο
και όρμισε στο σκοτάδι λέγοντας: "Τέλος, απόψε τελειώνουν όλα!"
"Ή εσύ, ή εγώ!"
και στο τέλος, υπήρχε σκοτάδι

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Static Unstated




Pieces of heavens, trees made of stone
bell, book and candle, no place like home
Spiral inspiring, undoing undone
Denial denied, four ride as one

Tempo untempered, watches unwatched
haunter undaunted, touches untouched
past, future, present, time unformed
momentum eternal of legends untold

Surpassing the essence, turning the flood
still made of steel, blood made of blood
spirit unyielding, hollow come whole
trespassers unwelcome in the White Rabbit's hole

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Ρούμι χωρίς ετικέτα

Εδώ νομίζω τα σχόλια περιττεύουν - απλά, ένα ερωτικό.


Μες στη σιωπή, ακόμη μια φορά
το ρολόι έλιώσε στον τοίχο
ένας έρωτας πέρα απ'τη φθορά
αγάπη μεγαλύτερη από στίχο

Αγγελε γλυκέ της μουσικής
δώσε μου για λίγο τα φτερά σου
χάθηκα στη μέθη μιας στιγμής
μα απόψε πάλι έρχομαι κοντά σου

Πριγκήπισσα, παντού σε αναζητώ
σε στοιχειωμένα δάση και σε κάστρα
με ενα φιλι σε ένα κορμί γυμνό
κι ολα ή τίποτα, per aspera ad astra

Συχνά θυμάμαι οτι είμαι απλά Κανείς
δίχως ταυτότητα, συνείδηση ή φρένα
μα όσα μου χάρισε ο ήχος της σιωπής
αστέρια τα κανα και τα δωσα σε σενα

Ο δρόμος μου έφτασε πέρα απ'τον ουρανό
χάρτες άγραφοι, πυξίδες δίχως βελόνα
πριν φύγω πάλι, κάτι έχω να σου πω
Ειναι πως σ'αγαπω και θα'μαι εκεί αιώνια

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

Μια βραδιά με τον προφήτη - tribute to Arthur Rimbaud

Κάποτε, αν οι μνήμες έχουν ακόμα αξία,
θυμάμαι πως μαζί σου ταξίδεψα τον κόσμο
εδώ που τα ονόματα δεν έχουν σημασία,
για σε ξαναβαφτίστηκα με ρούμι και με δυόσμο

Την ομορφιά εσύ την έβρισκες πικρή,
την τελειότητα της δεν φοβήθηκες να σπάσεις
για όλους όσους την έχουν στερηθεί
για όλους εκείνους που τόλμησες να αγκαλιάσεις

στην κόλαση σου περήφανος και ωραίος
δεν αρνήθηκες την δύναμη της να αρνηθείς
οι δαίμονες δεν μπόρεσαν να δώσουν ένα τέλος
σε όσα γεννήθηκες αιώνια να ποθείς

και εγώ μικρός, χαμένος, φοβισμένος
τους στίχους σου έχω βαλθεί να κυνηγώ
τους διαβάζω λάθος, τους παρερμηνεύω
τα κάνω μπάχαλο, τους σβήνω, τους φθονω

μα ξέρω πως το πνεύμα σου με αυτά χαμογελάει
τι άλλο είναι ποίηση, πλην πρόκλησης και χαους;
άσε τον αιχμάλωτο στη φόρμα να κλαίει και να πονάει
για ζωές χαμένες σε θεωρίες και δασκάλους

Στο αψέντι μου λοιπόν, το σμαραγδένιο
στο τσιγαραλικί που μου τρώει την ψυχή
με αυτά εδώ σε εξυμνώ και σε προσμένω
γιατί αυτά σου χάρισαν την αιώνια ζωή

Και αν οι εχθροί κατάφεραν να πάρουν μια νίκη
και αν οι νεκροί ποιητές πεθάνανε απο καιρό
ο θάνατος ο ίδιος σύμμαχος μας θε να γινεί
και κάθε μελλοθάνατος θα γίνει ένας Ρεμπό